Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missen
01
νιώθω την απουσία, μου λείπει
Jemanden oder etwas vermissen; das Fehlen von etwas oder jemandem spüren und bedauern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
misse
γ΄ ενικό πρόσωπο
misst
ενεστώτα μετοχή
missend
απλός αόριστος
misste
παθητική μετοχή
gemisst
Παραδείγματα
Deine Nähe möchte ich nicht missen.
Δεν θέλω να μου λείπει η εγγύτητά σου.



























