missen
mi
ˈmɪ
mi
ssen
sən
sēn
messenmüssen

Ορισμός και σημασία του "missen"στα γερμανικά

missen
01

νιώθω την απουσία, μου λείπει

Jemanden oder etwas vermissen; das Fehlen von etwas oder jemandem spüren und bedauern 
missen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
misse
γ΄ ενικό πρόσωπο
misst
ενεστώτα μετοχή
missend
απλός αόριστος
misste
παθητική μετοχή
gemisst
Παραδείγματα
Deine Nähe möchte ich nicht missen. 

Δεν θέλω να μου λείπει η εγγύτητά σου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store