Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missachten
01
αγνοώ, περιφρονώ
Etwas oder jemanden absichtlich nicht beachten oder ignorieren
Παραδείγματα
Kinder sollten ihre Eltern nicht missachten.
Τα παιδιά δεν πρέπει να αψηφούν τους γονείς τους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αγνοώ, περιφρονώ