Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
missachten
01
αγνοώ, περιφρονώ
Etwas oder jemanden absichtlich nicht beachten oder ignorieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
miss
βασικό ρήμα
achten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
missachte
γ΄ ενικό πρόσωπο
missachtet
ενεστώτα μετοχή
missachtend
απλός αόριστος
missachtete
παθητική μετοχή
missachtet
Παραδείγματα
Er missachtete die Warnung und fuhr zu schnell.
Αυτός αγνόησε την προειδοποίηση και οδήγησε πολύ γρήγορα.



























