der Löwe
Pronunciation
/ˈløːvə/

Ορισμός και σημασία του "löwe"στα γερμανικά

Der Löwe
[gender: masculine]
01

λιοντάρι, λιονταρίνα

Ein großes, starkes Raubtier mit einer prächtigen Mähne, das in Afrika lebt
der Löwe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Löwen
πληθυντικός τύπος
Löwen
Παραδείγματα
Löwen sind mutig und stark.
Οι λιοντάρια είναι γενναία και δυνατά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store