die ge
ˈly:
λυ
ge
γκα

Ορισμός και σημασία του "lüge"στα γερμανικά

01

ψέμα, απάτη

Eine falsche Aussage, die gemacht wird, um jemanden zu täuschen 
die Lüge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lügen
γενική πτώση
Lüge
Παραδείγματα
Er erzählte eine Lüge, um nicht bestraft zu werden. 

Είπε ένα ψέμα για να μην τιμωρηθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store