die cke
ˈlʏ
lu
cke
locke

Ορισμός και σημασία του "lücke"στα γερμανικά

01

κενό, διάστημα

Ein freier, leerer Raum zwischen zwei Dingen 
die Lücke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lücken
γενική πτώση
Lücke
Παραδείγματα
Zwischen den Büchern war eine kleine Lücke. 

Κενό ανάμεσα στα βιβλία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store