der wenzahn
ˈlø:
leu
wen
vən
vēn
zahn
ˌtsa:n
tsan

Ορισμός και σημασία του "löwenzahn"στα γερμανικά

Der Löwenzahn
01

πικραλίδα, ταραξάκο

gelbe Wiesenpflanze, die später eine weiße Pusteblume bildet 
der Löwenzahn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Löwenzähne
γενική πτώση
Löwenzahns
Παραδείγματα
Der Löwenzahn ist gelb. 

Ο πικραλίδα είναι κίτρινη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store