der löffel
löffel
lœfl
loefl

Ορισμός και σημασία του "löffel"στα γερμανικά

01

κουτάλι, κουταλάκι

Ein Besteckteil zum Essen von Suppe oder Joghurt 
der Löffel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Löffels
πληθυντικός τύπος
Löffel
Παραδείγματα
Ich esse mit dem Löffel. 

Τρώω με το κουτάλι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store