der lärm
lärm
lɛrm
lerm

Ορισμός και σημασία του "lärm"στα γερμανικά

01

θόρυβος, κραυγή

Unangenehme oder störende Geräusche 
der Lärm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lärm(e)s
Παραδείγματα
Der Lärm in der Stadt ist sehr laut. 

Ο θόρυβος στην πόλη είναι πολύ δυνατός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store