Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lösen
01
επιλύω
Ein Problem oder Rätsel beenden oder bewältigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
löse
γ΄ ενικό πρόσωπο
löst
ενεστώτα μετοχή
lösend
απλός αόριστος
löste
παθητική μετοχή
gelöst
Παραδείγματα
Er löst die Frage richtig.
Αυτός λύει σωστά την ερώτηση.
02
χαλαρώνω, λύω
Etwas festes lockern oder entfernen
Παραδείγματα
Wir lösen die Schraube.
Εμείς χαλαρώνουμε τη βίδα.
03
αγοράζω εισιτήριο
Ein Ticket oder eine Karte offiziell bekommen
Παραδείγματα
Hast du schon dein Ticket gelöst?
Έχεις ήδη λύσει το εισιτήριό σου ;



























