sen
ˈlø:
leu
sen
zən
zēn
lesenlosenlöten

Ορισμός και σημασία του "lösen"στα γερμανικά

lösen
01

επιλύω

Ein Problem oder Rätsel beenden oder bewältigen 
lösen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
löse
γ΄ ενικό πρόσωπο
löst
ενεστώτα μετοχή
lösend
απλός αόριστος
löste
παθητική μετοχή
gelöst
Παραδείγματα
Ich löse die Aufgabe. 

Εγώ λύω την εργασία.

02

χαλαρώνω, λύω

Etwas festes lockern oder entfernen 
lösen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich löse den Knopf. 

Εγώ ξεκολλώ το κουμπί.

03

αγοράζω εισιτήριο

Ein Ticket oder eine Karte offiziell bekommen 
lösen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich löse ein Ticket. 

Λύνω ένα εισιτήριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store