der Lärm
Pronunciation
/lɛʁm/

Ορισμός και σημασία του "lärm"στα γερμανικά

Der Lärm
[gender: masculine]
01

θόρυβος, κραυγή

Unangenehme oder störende Geräusche
der Lärm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Lärm(e)s
Παραδείγματα
Nach Mitternacht sollte kein Lärm mehr sein.
Μετά τα μεσάνυχτα, δεν πρέπει να υπάρχει άλλο θόρυβος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store