Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
löschen
[past form: löschte]
01
διαγράφω, αφαιρώ
Etwas entfernen, sodass es nicht mehr vorhanden oder sichtbar ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lösche
γ΄ ενικό πρόσωπο
löscht
ενεστώτα μετοχή
löschend
απλός αόριστος
löschte
παθητική μετοχή
gelöscht
Παραδείγματα
Die Nachricht wurde automatisch gelöscht.
Το μήνυμα διαγράφηκε αυτόματα.
02
σβήνω, σβήνω
Ein Feuer oder eine Flamme beenden, sodass nichts mehr brennt
Παραδείγματα
Sie löschten das Lagerfeuer am Abend.
Αυτοί έσβησαν τη φωτιά του κατασκηνώματος το βράδυ.



























