Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
löschen
[past form: löschte]
01
διαγράφω, αφαιρώ
Etwas entfernen, sodass es nicht mehr vorhanden oder sichtbar ist
02
σβήνω, σβήνω
Ein Feuer oder eine Flamme beenden, sodass nichts mehr brennt
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαγράφω, αφαιρώ
σβήνω, σβήνω