Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liegen
01
ξαπλώνω, αναπαύομαι
Sich hinlegen, um zu ruhen oder zu schlafen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
liege
γ΄ ενικό πρόσωπο
liegt
ενεστώτα μετοχή
liegend
απλός αόριστος
lag
παθητική μετοχή
gelegen
Παραδείγματα
Er liegt im Bett und schläft.
Βρίσκεται ξαπλωμένος στο κρεβάτι και κοιμάται.
02
ξαπλώνω, είμαι ξαπλωμένος
In einer horizontalen Position sein
Παραδείγματα
Das Buch liegt auf dem Tisch.
Το βιβλίο βρίσκεται στο τραπέζι.
03
ακουμπάω, γέρνω
Sich an etwas anlehnen oder auf etwas stützen
Παραδείγματα
Er liegt an der Wand und liest ein Buch.
Ακουμπάει στον τοίχο και διαβάζει ένα βιβλίο.
04
ανήκει σε
Die Verantwortung für etwas tragen
Παραδείγματα
Es liegt an ihm, dass wir zu spät sind.
Βαραίνει αυτόν που αργήσαμε.
05
ταιριάζω σε, πηγαίνω σε
Einer Person oder einer Sache besonders gut passen oder gefallen
Παραδείγματα
Musik liegt ihm sehr.
Η μουσική του πάει πολύ καλά.
06
ανήκει σε
Jemandes Verantwortung sein
Παραδείγματα
Die Entscheidung liegt bei dir.



























