Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
liefern
01
παραδίδω, παρέχω
Etwas an einen bestimmten Ort bringen oder bereitstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liefere
γ΄ ενικό πρόσωπο
liefert
ενεστώτα μετοχή
liefernd
απλός αόριστος
lieferte
παθητική μετοχή
geliefert
Παραδείγματα
Der Bäcker liefert frisches Brot jeden Morgen.
Ο φούρνος παραδίδει φρέσκο ψωμί κάθε πρωί.



























