liefern
liefern
li:fɐn
lifn

Ορισμός και σημασία του "liefern"στα γερμανικά

liefern
01

παραδίδω, παρέχω

Etwas an einen bestimmten Ort bringen oder bereitstellen 
liefern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
liefere
γ΄ ενικό πρόσωπο
liefert
ενεστώτα μετοχή
liefernd
απλός αόριστος
lieferte
παθητική μετοχή
geliefert
Παραδείγματα
Die Firma liefert die Pakete pünktlich. 

Η εταιρεία παραδίδει τα πακέτα εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store