leiten
Pronunciation
/ˈlaɪ̯tən/

Ορισμός και σημασία του "leiten"στα γερμανικά

leiten
01

καθοδηγώ, οδηγώ

Etwas in eine Richtung führen oder bewegen
leiten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leite
γ΄ ενικό πρόσωπο
leitet
ενεστώτα μετοχή
leitend
απλός αόριστος
leitete
παθητική μετοχή
geleitet
Παραδείγματα
Man muss das Kabel vorsichtig in die Dose leiten.
Πρέπει να καθοδηγήσετε προσεκτικά το καλώδιο στην πρίζα.
02

διαχειρίζομαι, διευθύνω

Etwas führen, verwalten oder managen
leiten definition and meaning
Παραδείγματα
Sie leitet das Orchester mit großer Leidenschaft.
Αυτή διευθύνει την ορχήστρα με μεγάλο πάθος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store