Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leiten
01
καθοδηγώ, οδηγώ
Etwas in eine Richtung führen oder bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leite
γ΄ ενικό πρόσωπο
leitet
ενεστώτα μετοχή
leitend
απλός αόριστος
leitete
παθητική μετοχή
geleitet
Παραδείγματα
Die Autos wurden über eine Hilfsbrücke geleitet.
Τα αυτοκίνητα κατευθύνθηκαν πάνω από μια προσωρινή γέφυρα.
02
διαχειρίζομαι, διευθύνω
Etwas führen, verwalten oder managen
Παραδείγματα
Er leitet eine Firma.
Αυτός διαχειρίζεται μια εταιρεία.



























