leisten
Pronunciation
/ˈlaɪ̯stən/

Ορισμός και σημασία του "leisten"στα γερμανικά

leisten
[past form: leistete]
01

μπορώ να αντέξω οικονομικά, έχω τα χρήματα για

Genug Geld haben, um etwas Bestimmtes zu kaufen oder zu tun
leisten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leiste
γ΄ ενικό πρόσωπο
leistet
ενεστώτα μετοχή
leistend
απλός αόριστος
leistete
παθητική μετοχή
geleistet
Παραδείγματα
Sie kann sich keine teure Wohnung leisten.
Δεν μπορεί να αγοράσει ένα ακριβό διαμέρισμα.
02

πραγματοποιώ, εκτελώ

Etwas mit hoher Qualität oder großer Anstrengung ausführen
Παραδείγματα
Die Mannschaft hat heute Großes geleistet.
Η ομάδα έκανε σπουδαία πράγματα σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store