Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Leistungsdruck
[gender: masculine]
01
πίεση απόδοσης, άγχος λόγω υψηλών απαιτήσεων απόδοσης
Psychischer Druck, ständig hohe Leistung erbringen zu müssen
Παραδείγματα
Sie steht unter starkem Leistungsdruck.
Βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση απόδοσης.


























