die leistung
leistung
laɛ̯stʊng
laestoong
leitung

Ορισμός και σημασία του "leistung"στα γερμανικά

01

επίτευγμα, επιτυχία

Ein Ergebnis oder Erfolg, das durch Anstrengung erreicht wird 
die Leistung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Leistung
πληθυντικός τύπος
Leistungen
Παραδείγματα
Seine akademischen Leistungen sind ausgezeichnet. 

Οι ακαδημαϊκές του επιδόσεις είναι εξαιρετικές.

02

υπηρεσία, υποστήριξη

Eine erbrachte Dienstleistung oder Unterstützung 
die Leistung definition and meaning
Παραδείγματα
Die Ärzte erbrachten lebensrettende Leistungen. 

Οι γιατροί παρείχαν υπηρεσίες σωτηρίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store