Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Leistung
01
επίτευγμα, επιτυχία
Ein Ergebnis oder Erfolg, das durch Anstrengung erreicht wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Leistungen
γενική πτώση
Leistung
Παραδείγματα
Seine akademischen Leistungen sind ausgezeichnet.
Οι ακαδημαϊκές του επιδόσεις είναι εξαιρετικές.
02
υπηρεσία, υποστήριξη
Eine erbrachte Dienstleistung oder Unterstützung
Παραδείγματα
Die Ärzte erbrachten lebensrettende Leistungen.
Οι γιατροί παρείχαν υπηρεσίες σωτηρίας.
LanGeek



























