der Leistungsdruck
Pronunciation
/lˈaɪstʊŋsdrˌʊk/

Ορισμός και σημασία του "leistungsdruck"στα γερμανικά

Der Leistungsdruck
[gender: masculine]
01

πίεση απόδοσης, άγχος λόγω υψηλών απαιτήσεων απόδοσης

Psychischer Druck, ständig hohe Leistung erbringen zu müssen
der Leistungsdruck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Leistungsdruck(e)s
Παραδείγματα
Sie steht unter starkem Leistungsdruck.
Βρίσκεται υπό ισχυρή πίεση απόδοσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store