der leistungsdruck
leistungsdruck
laɪ̯stʊngsdʁʊk
laistoongsdrook

Ορισμός και σημασία του "leistungsdruck"στα γερμανικά

Der Leistungsdruck
01

πίεση απόδοσης, άγχος λόγω υψηλών απαιτήσεων απόδοσης

Psychischer Druck, ständig hohe Leistung erbringen zu müssen 
der Leistungsdruck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Leistungsdruck(e)s
Παραδείγματα
Viele Schüler leiden unter Leistungsdruck. 

Πολλοί μαθητές υποφέρουν από πίεση απόδοσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store