Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Lektor
[gender: masculine]
01
διορθωτής, συντάκτης
Jemand, der Texte prüft und verbessert
Παραδείγματα
Der Lektor gibt Feedback an Autoren.
Ο επιμελητής δίνει ανατροφοδότηση στους συγγραφείς.
02
αναγνώστης, πανεπιστημιακός δάσκαλος
eine akademische Person an einer Hochschule, die lehrt, meist unterhalb einer Professur


























