leisten
leisten
laɪ̯stn
laistn
leiten

Ορισμός και σημασία του "leisten"στα γερμανικά

leisten
01

μπορώ να αντέξω οικονομικά, έχω τα χρήματα για

Genug Geld haben, um etwas Bestimmtes zu kaufen oder zu tun 
leisten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
leiste
γ΄ ενικό πρόσωπο
leistet
ενεστώτα μετοχή
leistend
απλός αόριστος
leistete
παθητική μετοχή
geleistet
Παραδείγματα
Kannst du dir ein neues Auto leisten? 

Μπορείς να αντέξεις οικονομικά να αγοράσεις ένα καινούριο αυτοκίνητο;

02

πραγματοποιώ, εκτελώ

Etwas mit hoher Qualität oder großer Anstrengung ausführen 
Παραδείγματα
Er leistet gute Arbeit. 

Αυτός εκτελεί καλή δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store