das feuerzeug
feuerzeug
fɔʏɐtsɔɪk
fawutsoyk

Ορισμός και σημασία του "feuerzeug"στα γερμανικά

01

αντικρίστρα, σπίρτο

Ein kleines Gerät, das Feuer macht 
das Feuerzeug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Feuerzeuge
γενική πτώση
Feuerzeug(e)s
Παραδείγματα
Hast du ein Feuerzeug? 

Έχεις ένα αντικρίκι ?

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store