das feuerwerk
feuerwerk
fɔʏɐvɛʁk
fawuverk

Ορισμός και σημασία του "feuerwerk"στα γερμανικά

01

πυροτεχνήματα, πυροτεχνηματική παράσταση

Eine bunte und meist laute pyrotechnische Vorführung 
das Feuerwerk definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Feuerwerk(e)s
πληθυντικός τύπος
Feuerwerke
Παραδείγματα
Zum Jahreswechsel gibt es immer ein großes Feuerwerk. 

Στο Πρωτοχρονιά, υπάρχει πάντα ένα μεγάλο πυροτεχνημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store