fieberhaft
fie
ˈfi:
fi
ber
ba
ba
haft
haft
haft

Ορισμός και σημασία του "fieberhaft"στα γερμανικά

fieberhaft
01

πυρετώδης, μανιώδης

Mit großer Eile und Aufregung handelnd
fieberhaft definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fieberhaftesten
συγκριτικός βαθμός
fieberhafter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Im Krankenhaus-Notfallraum herrschte fieberhafte Aktivität.
Πυρετώδης δραστηριότητα βασίλευε στο νοσοκομειακό τμήμα επειγόντων περιστατικών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store