Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fieberhaft
01
πυρετώδης, μανιώδης
Mit großer Eile und Aufregung handelnd
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fieberhaftesten
συγκριτικός βαθμός
fieberhafter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Im Krankenhaus-Notfallraum herrschte fieberhafte Aktivität.
Πυρετώδης δραστηριότητα βασίλευε στο νοσοκομειακό τμήμα επειγόντων περιστατικών.



























