Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Finanzen
[gender: plural]
01
οικονομικά, οικονομική κατάσταση
Das Geld und die Vermögenswerte einer Person oder Organisation
Παραδείγματα
Öffentliche Finanzen sind oft komplex.
Οι δημόσιες οικονομικές υποθέσεις είναι συχνά πολύπλοκες.


























