der finger
finger
fɪngɐ
fing
finder

Ορισμός και σημασία του "finger"στα γερμανικά

01

δάχτυλο, δάχτυλο

Ein Teil der Hand zum Greifen 
der Finger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Finger
γενική πτώση
Fingers
Παραδείγματα
Ich habe mir den Finger geschnitten. 

Κόπηκα το δάχτυλο μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store