finanziell
finanziell
fɪnant͡si̯ɛl
finantsiel

Ορισμός και σημασία του "finanziell"στα γερμανικά

finanziell
01

οικονομικός, χρηματοοικονομικός

Mit Geld oder Wirtschaft verbunden 
finanziell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie steckt in finanziellen Schwierigkeiten. 

Βρίσκεται σε οικονομικές δυσκολίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store