die feuerwache
feuerwache
fɔɪ̯ɐvaxə
foyvakhē

Ορισμός και σημασία του "feuerwache"στα γερμανικά

Die Feuerwache
01

πυροσβεστικός σταθμός, πυροσβεστική υπηρεσία

Gebäude der Feuerwehr, in dem Einsätze vorbereitet und Fahrzeuge sowie Ausrüstung untergebracht sind 
die Feuerwache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Feuerwachen
γενική πτώση
Feuerwache
Παραδείγματα
Wir gehen zur Feuerwache. 

Πηγαίνουμε στο σταθμό πυροσβεστικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store