Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Feuerwerk
01
πυροτεχνήματα, πυροτεχνηματική παράσταση
Eine bunte und meist laute pyrotechnische Vorführung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Feuerwerke
γενική πτώση
Feuerwerk(e)s
Παραδείγματα
Zum Jahreswechsel gibt es immer ein großes Feuerwerk.
Στο Πρωτοχρονιά, υπάρχει πάντα ένα μεγάλο πυροτεχνημα.
LanGeek



























