Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erschweren
[past form: erschwerte]
01
δυσκολεύω, περιπλέκω
Etwas schwieriger oder komplizierter machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erschwere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erschwert
ενεστώτα μετοχή
erschwerend
απλός αόριστος
erschwerte
παθητική μετοχή
erschwert
Παραδείγματα
Die Sprachbarriere erschwerte die Kommunikation.
Το γλωσσικό εμπόδιο δυσκόλευε την επικοινωνία.



























