Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erscheinen
[past form: erschien]
01
εμφανίζομαι, εμφανίζω
Sichtbar werden oder in den Blick kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
erscheine
γ΄ ενικό πρόσωπο
erscheint
ενεστώτα μετοχή
erscheinend
απλός αόριστος
erschien
παθητική μετοχή
erschienen
Παραδείγματα
Im Frühling erscheinen die ersten Blumen.
Την άνοιξη, τα πρώτα λουλούδια εμφανίζονται.



























