erobern
erobern
e:ʁo:bɐn
erobn

Ορισμός και σημασία του "erobern"στα γερμανικά

erobern
01

κατακτώ, καταλαμβάνω με τη βία

Etwas mit Macht oder Gewalt einzunehmen oder zu gewinnen 
erobern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erobere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erobert
ενεστώτα μετοχή
erobernd
απλός αόριστος
eroberte
παθητική μετοχή
erobert
Παραδείγματα
Die Armee will die Stadt erobern. 

Ο στρατός θέλει να κατακτήσει την πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store