Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erobern
[past form: eroberte]
01
κατακτώ, καταλαμβάνω με τη βία
Etwas mit Macht oder Gewalt einzunehmen oder zu gewinnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erobere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erobert
ενεστώτα μετοχή
erobernd
απλός αόριστος
eroberte
παθητική μετοχή
erobert
Παραδείγματα
Rom eroberte große Teile Europas.
Η Ρώμη κατέκτησε μεγάλα μέρη της Ευρώπης.



























