Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ersetzen
01
αντικαθιστώ, ανταλλάσσω
Etwas oder jemanden durch eine andere Sache oder Person austauschen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ersetze
γ΄ ενικό πρόσωπο
ersetzt
ενεστώτα μετοχή
ersetzend
απλός αόριστος
ersetzt
παθητική μετοχή
ersetzt
Παραδείγματα
Wir müssen die kaputte Lampe ersetzen.
Πρέπει να αντικαταστήσουμε τη σπασμένη λάμπα.
02
αποζημιώνω
Einen Verlust oder Schaden ausgleichen, indem man etwas Gleichwertiges bietet
Παραδείγματα
Die Versicherung wird den Schaden ersetzen.
Η ασφάλεια θα αντικαταστήσει τη ζημιά.



























