Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ersetzen
01
αντικαθιστώ, ανταλλάσσω
Etwas oder jemanden durch eine andere Sache oder Person austauschen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
setzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ersetze
γ΄ ενικό πρόσωπο
ersetzt
ενεστώτα μετοχή
ersetzend
απλός αόριστος
ersetzt
παθητική μετοχή
ersetzt
Παραδείγματα
Ersetzen Sie Zucker durch Honig in diesem Rezept.
Αντικαταστήστε τη ζάχαρη με μέλι σε αυτή τη συνταγή.
02
αποζημιώνω
Einen Verlust oder Schaden ausgleichen, indem man etwas Gleichwertiges bietet
Παραδείγματα
Nichts kann den Verlust eines Kindes ersetzen.
Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την απώλεια ενός παιδιού.



























