erscheinen
erscheinen
ɛɐʃaɪ̯nɐn
eshainn

Ορισμός και σημασία του "erscheinen"στα γερμανικά

erscheinen
01

εμφανίζομαι, εμφανίζω

Sichtbar werden oder in den Blick kommen 
erscheinen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
erscheine
γ΄ ενικό πρόσωπο
erscheint
ενεστώτα μετοχή
erscheinend
απλός αόριστος
erschien
παθητική μετοχή
erschienen
Παραδείγματα
Am Morgen erschien der Nebel über dem See. 

Εμφανίζομαι το πρωί, η ομίχλη εμφανίστηκε πάνω από τη λίμνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store