Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erscheinen
01
εμφανίζομαι, εμφανίζω
Sichtbar werden oder in den Blick kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
erscheine
γ΄ ενικό πρόσωπο
erscheint
ενεστώτα μετοχή
erscheinend
απλός αόριστος
erschien
παθητική μετοχή
erschienen
Παραδείγματα
Am Morgen erschien der Nebel über dem See.
Εμφανίζομαι το πρωί, η ομίχλη εμφανίστηκε πάνω από τη λίμνη.



























