Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entspringen
01
προέρχομαι από, αναβλύζω από
Aus etwas hervorgehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
springen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entspringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
entspringt
ενεστώτα μετοχή
entspringend
απλός αόριστος
entsprang
παθητική μετοχή
entsprungen
Παραδείγματα
Dieser Brauch entspringt einer uralten Tradition.
Αυτή η συνήθεια προέρχεται από μια αρχαία παράδοση.



























