Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bücken
01
σκύβω, λυγίζω
Den Oberkörper nach vorne und unten beugen, um etwas aufzuheben oder besser zu sehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
bückt
ενεστώτα μετοχή
bückend
απλός αόριστος
bückte
παθητική μετοχή
gebückt
Παραδείγματα
Er bückte sich und sammelte die Blätter auf.
Σκύφτηκε και μάζεψε τα φύλλα.



























