Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bücherei
[gender: feminine]
01
βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλείο
Ein Ort, wo man Bücher ausleihen kann
Παραδείγματα
Die Bücherei ist samstags geöffnet.
Η βιβλιοθήκη είναι ανοιχτή τα Σάββατα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλείο