Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Börse
[gender: feminine]
01
χρηματιστήριο, αγορά μετοχών
Ein Ort, an dem man Aktien und Wertpapiere kauft und verkauft
Παραδείγματα
Die Börse zeigt die wirtschaftliche Lage eines Landes.
Το χρηματιστήριο δείχνει την οικονομική κατάσταση μιας χώρας.


























