die börse
börse
bœɐ̯sə
boesē

Ορισμός και σημασία του "börse"στα γερμανικά

01

χρηματιστήριο, αγορά μετοχών

Ein Ort, an dem man Aktien und Wertpapiere kauft und verkauft 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
börsen
γενική πτώση
börse
Παραδείγματα
Die Börse öffnet jeden Morgen um neun Uhr. 

Το Χρηματιστήριο ανοίγει κάθε πρωί στις εννέα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store