Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blockieren
01
μπλοκάρω, φράζω
Etwas physisch versperren, sodass Bewegung oder Durchgang unmöglich wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blockiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
blockiert
ενεστώτα μετοχή
blockierend
απλός αόριστος
blockierte
παθητική μετοχή
blockiert
Παραδείγματα
Ein umgekipptes Regal blockiert den Flur.
Ένα αναποδογυρισμένο ράφι μπλοκάρει το διάδρομο.



























