Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Blitz
[gender: masculine]
01
αστραπή, κεραυνός
Ein heller Lichtstrahl bei einem Gewitter
Παραδείγματα
Der Blitz war sehr schnell und hell.
Η αστραπή ήταν πολύ γρήγορη και φωτεινή.
02
αστραπή, φλας
Ein heller Lichtblitz, zum Beispiel an einer Kamera
Παραδείγματα
Der Blitz war sehr stark und kurz.
Η λάμψη ήταν πολύ δυνατή και σύντομη.


























