Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
binden
01
δένω, δέσμευση
Etwas mit etwas anderem fest verbinden oder befestigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
binde
γ΄ ενικό πρόσωπο
bindet
ενεστώτα μετοχή
bindend
απλός αόριστος
band
παθητική μετοχή
gebunden
Παραδείγματα
Er bindet die Schuhe.
Αυτός δένει τα παπούτσια.
02
δένω, δεσμεύω
Jemanden an eine Verpflichtung oder Regel binden
Παραδείγματα
Die Regeln binden alle Mitglieder der Organisation.
Οι κανόνες δέσουν όλα τα μέλη του οργανισμού.



























