Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
binden
01
δένω, δέσμευση
Etwas mit etwas anderem fest verbinden oder befestigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
binde
γ΄ ενικό πρόσωπο
bindet
ενεστώτα μετοχή
bindend
απλός αόριστος
band
παθητική μετοχή
gebunden
Παραδείγματα
Sie band das Boot an den Steg.
Εκείνη δέθηκε τη βάρκα στην προβλήτα.
02
δένω, δεσμεύω
Jemanden an eine Verpflichtung oder Regel binden
Παραδείγματα
Der Vertrag bindet ihn an die Firma für fünf Jahre.
Η σύμβαση τον δεσμεύει στην εταιρεία για πέντε χρόνια.



























