besuchen
Pronunciation
/bəˈzuːxən/

Ορισμός και σημασία του "besuchen"στα γερμανικά

besuchen
01

επισκέπτομαι, πηγαίνω να δω

Zu einer Person oder an einen Ort gehen, um Zeit dort zu verbringen
besuchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
suchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besuche
γ΄ ενικό πρόσωπο
besucht
ενεστώτα μετοχή
besuchend
απλός αόριστος
besuchte
παθητική μετοχή
besucht
Παραδείγματα
Er hat mich gestern besucht.
Με επισκέφτηκε χθες.
02

παρακολουθώ, επισκέπτομαι τακτικά

An etwas teilnehmen oder regelmäßig hingehen
besuchen definition and meaning
Παραδείγματα
Wir besuchen oft Konferenzen.
Συχνά παρακολουθούμε συνεδρίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store