Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
besuchen
01
επισκέπτομαι, πηγαίνω να δω
Zu einer Person oder an einen Ort gehen, um Zeit dort zu verbringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
suchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
besuche
γ΄ ενικό πρόσωπο
besucht
ενεστώτα μετοχή
besuchend
απλός αόριστος
besuchte
παθητική μετοχή
besucht
Παραδείγματα
Er hat mich gestern besucht.
Με επισκέφτηκε χθες.
02
παρακολουθώ, επισκέπτομαι τακτικά
An etwas teilnehmen oder regelmäßig hingehen
Παραδείγματα
Wir besuchen oft Konferenzen.
Συχνά παρακολουθούμε συνεδρίες.



























