beleidigen
Pronunciation
/bəˈlaɪ̯dɪɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "beleidigen"στα γερμανικά

beleidigen
01

προσβάλλω, βλάπτω

Jemanden mit Worten oder Taten kränken oder verletzen
beleidigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
leidigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beleidige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beleidigt
ενεστώτα μετοχή
beleidigend
απλός αόριστος
beleidigte
παθητική μετοχή
beleidigt
Παραδείγματα
Man sollte andere Menschen nie beleidigen.
Δεν πρέπει ποτέ να προσβάλλει κανείς άλλους ανθρώπους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store