beeindrucken
beeindrucken
bəʔɪndʁʊkng
bēindrookng

Ορισμός και σημασία του "beeindrucken"στα γερμανικά

beeindrucken
01

εντυπωσιάζω, αφήνω εντύπωση

Bei jemandem einen starken Eindruck hinterlassen 
beeindrucken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
eindrucken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beeindrucke
γ΄ ενικό πρόσωπο
beeindruckt
ενεστώτα μετοχή
beeindruckend
απλός αόριστος
beeindruckte
παθητική μετοχή
beeindruckt
Παραδείγματα
Seine Rede beeindruckte das Publikum tief. 

Η ομιλία του εντύπωσε βαθιά το κοινό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store