Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beeindrucken
01
εντυπωσιάζω, αφήνω εντύπωση
Bei jemandem einen starken Eindruck hinterlassen
Παραδείγματα
Seine Bescheidenheit beeindruckte mich am meisten.
Η ταπεινότητα του με ενθουσίασε περισσότερο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εντυπωσιάζω, αφήνω εντύπωση