Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beenden
01
etwas zu Ende bringen oder dafür sorgen, dass es nicht weitergeht
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
enden
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
beendete
παθητική μετοχή
beendet
Παραδείγματα
Der Lehrer beendet die Stunde mit einer kurzen Übung.



























