Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beeinträchtigen
01
επηρεάζω αρνητικά, βλάπτω
Negativ auf etwas einwirken, sodass es nicht mehr normal funktioniert oder seinen Wert verliert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beeinträchtige
γ΄ ενικό πρόσωπο
beeinträchtigt
ενεστώτα μετοχή
beeinträchtigend
απλός αόριστος
beeinträchtigte
παθητική μετοχή
beeinträchtigt
Παραδείγματα
Lärm kann die Konzentration beeinträchtigen.
Ο θόρυβος μπορεί να επηρεάσει τη συγκέντρωση.



























